<?xml version="1.0" encoding="UTF-8"?><rss version="2.0"
	xmlns:content="http://purl.org/rss/1.0/modules/content/"
	xmlns:wfw="http://wellformedweb.org/CommentAPI/"
	xmlns:dc="http://purl.org/dc/elements/1.1/"
	xmlns:atom="http://www.w3.org/2005/Atom"
	xmlns:sy="http://purl.org/rss/1.0/modules/syndication/"
	xmlns:slash="http://purl.org/rss/1.0/modules/slash/"
	>

<channel>
	<title>ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΠΟΥΡΟΣ Αρχεία - Άγναντα Άρτας</title>
	<atom:link href="https://agnanta.com.gr/tag/christos-toympoyros/feed/" rel="self" type="application/rss+xml" />
	<link>https://agnanta.com.gr/tag/christos-toympoyros/</link>
	<description>Αδελφότητα Αγναντίτων Αθηνών</description>
	<lastBuildDate>Wed, 19 May 2021 19:04:12 +0000</lastBuildDate>
	<language>el</language>
	<sy:updatePeriod>
	hourly	</sy:updatePeriod>
	<sy:updateFrequency>
	1	</sy:updateFrequency>
	

<image>
	<url>https://agnanta.com.gr/wp-content/uploads/2021/03/cropped-120448778_1696034870558142_6824921828295140553_n-32x32.jpg</url>
	<title>ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΠΟΥΡΟΣ Αρχεία - Άγναντα Άρτας</title>
	<link>https://agnanta.com.gr/tag/christos-toympoyros/</link>
	<width>32</width>
	<height>32</height>
</image> 
	<item>
		<title>&#8220;Το ξεπροβόδισμα&#8221;</title>
		<link>https://agnanta.com.gr/2021/05/19/to-xeprovodisma/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Λεμονιάς]]></dc:creator>
		<pubDate>Wed, 19 May 2021 19:04:10 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Επιλεγμένα]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΓΝΑΝΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΠΟΥΡΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://agnanta.com.gr/?p=2650</guid>

					<description><![CDATA[<p>(Λαογραφικά Σημειώματα) Γράφει ο Χρήστος Τούμπουρος (Ήταν τότε που έπρεπε να φύγω για Αθήνα. Ανωτέρα βία. Σπουδές.&#160;Συγκοινωνία ως το χωριό δεν υπήρχε γιατί είχε γίνει&#160;μια μεγάλη κατολίσθηση και η συγκοινωνία διεξάγονταν μέχρι το γεφύρι της Πλάκας. Από εκεί προς το χωριό&#160;και από το χωριό «ποδαράτοι»). Έφτασε η ημέρα.&#160;Η γιαγιά έδινε εντολές. -Ακου&#160;να σ’ πω κοπέλα. Θα πάω εγώ το παιδί μέχρι&#160;τη γέφυρα. Εκεί που ‘ρχεται το&#160;αυτοκίνητο. Θα το χαιρετίσω εγώ. Εσύ να κάτσεις εδώ.&#160;Έχ’ς&#160;τόσες&#160;δ’λειές. -Κάτσε&#160;ορέ&#160;μάνα. Θα πάει μαζί με τους άλλους. Τα πράγματα θα τα&#160;πάρ’ ο&#160;αγωγιάτ’ς.&#160;Κανόν’σα, θα&#160;περάσ’ σε λίγο.&#160;Να ‘χουμε το νου μας. -Ούχ’&#160;καημέν’. Θα περιμένω εγώ τ’&#160;άλλ’ς;&#160;Ου, φέξε μου και γλίστρησα! Θα πάω με το παιδί, να το ορμηνέψω και&#160;τσιότσιο&#160;στο δρόμο. -Τι ορμήνια να τ’ δώσεις.&#160;Φτάν’ από ορμήνιες. Να πάει στο καλό τ’ και καλές σπουδές να&#160;κάν’. -Αυτό κοπέλα είναι&#160;δ’κή&#160;μ’&#160;δ’λειά. Άμα άκουγα εσένα θα&#160;θαραπαύομαν.&#160;Όπως και να ‘ναι στην ξενιτιά&#160;πάει.&#160;Ξέρετε εσείς να ορμηνέψτε τα παιδιά; Μια&#160;αμπωξιά&#160;θα&#160;τ’ς&#160;δίνατε και «άειστε&#160;στο καλό σας». Άιντε. Ετοίμασε το παιδί. Μη χασομεράς. Άρχισε και&#160;κριτσιανάει&#160;ο τόπος. -Να δώσουμε τα πράγματα στον&#160;αγωγιάτ’. Μην τα φορτωθείς ούτε εσύ ούτε και το παιδί. -Το παιδί δεν&#160;έχ’ καμιά&#160;δ’λειά&#160;να φορτωθεί.&#160;Θα τα πάω εγώ.&#160;Βάλτου μονάχα&#160;κατσιούλα&#160;αυτό το&#160;σουρντούκ’ μη&#160;πιασ’ βροχή και&#160;πλευρετώσ’. -Να&#160;έρθ’ και ο παππούλης τ’. Να πάω να τον φωνάξω στο καφενείο. -Να κάτσεις εκεί που είσαι. Ακούς να τον φωνάξεις. Αυτός&#160;ξεπουρδιαλιάστ’κε&#160;ντιπ.&#160;Άστον&#160;εκεί να&#160;μπεκροπίν’. Τέτοιος είναι μια ζωή. Τώρα θα&#160;βάλ’ μυαλό; Τώρα πάει κατ’&#160;ανέμ’.&#160;Καφουκούτιασε. Άιντε βόηθα να ζαλικωθώ τα πράγματα τ’ παιδιού. Ας πάμε γρηγορότερα. Ας κάτσουμε και λίγο να τ’&#160;πω δυο κουβέντες.&#160;Χαμένες&#160;δε θα&#160;πάν’. Κι έτσι ξεκινήσαμε με τη γιαγιά για το&#160;γεφύρ’. Εκεί θα έρχονταν το λεωφορείο&#160;από Άρτα. Στο δρόμο κάναμε δύο&#160;στάσεις. Πιστεύω πως η γιαγιά τις είχε προγραμματισμένες.&#160;Η πρώτη ήταν έξω από το χωριό, στο νεκροταφείο. «Να χαιρετίσεις τον πατέρα σου, μού είπε. Εγώ κάθομαι&#160;εδώια&#160;και σε περιμένω. Άιντε να&#160;νιωσ’ κι αυτός καλά». Και&#160;συνέχισε. «Και&#160;πού ‘σαι. Το&#160;φιτίλ’ είναι μέσα απ’ το τζάμι.&#160;Έχ’ και σπίρτα εκεί». Η δεύτερη ήταν σ’ έναν όχτο στη δημοσιά. Εκεί «έπεσαν πολλές ορμήνιες». Η γιαγιά ασχολήθηκε με όλα τα θέματα. «Μη σε&#160;γελάσ’ καμιά&#160;σουλτούκου&#160;εκεί&#160;στ’ν&#160;Αθήνα και σε&#160;καπιστρώσ’. Αυτές δεν έχουν σωμό. Πόσα και πόσα παιδάκια&#160;μπλέχτ’καν&#160;και&#160;παράτ’σαν&#160;μανάδες και πατεράδες κι ούτε που έρχονται να τους δουν. Να&#160;γράφ’ς&#160;και κανένα γράμμα στη μάνα σ’.&#160;Έχ’ τόσα στο&#160;κεφάλ’&#160;τ’ς. Εχ’&#160;μ’κρό&#160;παιδί να&#160;μεγαλώσ’.&#160;Άφ’σε&#160;φαμπλιά&#160;μεγάλ’ ο&#160;μακαρίτ’ς». Έλεγε, έλεγε… Ακόμα λέει. Σ’ όλο το δρόμο φιλοσοφούσε. «Αμ, τι γκαβά να μείνουν τα παιδιά; Να παν’ και παραπέρα. Να ανοίξουν για τα καλά τα φωτερά τους. Να σπουδάσουν.&#160;Και&#160;να γυρίσουν στον τόπο τους λεβέντες και&#160;προκομέν’&#160;καζαντισμέν’ και στην&#160;τσέπ’ αλλά και στην ψυχή τους». Ούτε που κατάλαβα πως φτάσαμε στη γέφυρα. Είχε έρθει και το Λεωφορείο και άρχισαν να φορτώνουν τα πράγματα. Ξεζαλικώθηκε η γιαγιά κι όταν έβαλε τα πράγματα ο οδηγός στη θέση τους με τράβηξε παράμερα και μού είπε:&#160;«Όπ’ και να πας,&#160;να&#160;ξέρ’ς&#160;ότι ο άνθρωπος&#160;έχ’ ρίζες. Από πού ήρθε. Πώς φυτευτός&#160;ξεκάμπ’σε&#160;εδώ; Να γυρνάει να&#160;κ’(οι)τάει&#160;πίσω. Διαφορετικά&#160;κούτσουρο θα ‘ναι. Να σαν αυτά που&#160;διαβάζ’ στην θάλασσα&#160;ο Άραχθος κατεβασμένος».&#160;Αυτά μού είπε και έβγαλε ένα μαντίλι&#160;πάνινο. Έλυσε τουλάχιστον πέντε κόμπους. Μέσα είχε&#160;κομπιδιάσ’ ένα εικοσάρικο. Μού το έδωσε. Εγώ στην αρχή νόμισα πως είναι λίρα. Μετά κατάλαβα πως ήταν εικοσάρικο. Τώρα το πιστεύω απόλυτα πως ήταν οι λίρες όλου του κόσμου…</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://agnanta.com.gr/2021/05/19/to-xeprovodisma/">&#8220;Το ξεπροβόδισμα&#8221;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://agnanta.com.gr">Άγναντα Άρτας</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p>(Λαογραφικά Σημειώματα)</p>



<p><strong>Γράφει ο Χρήστος Τούμπουρος</strong></p>



<p>(<strong>Ήταν τότε που έπρεπε να φύγω για Αθήνα. Ανωτέρα βία. Σπουδές.&nbsp;Συγκοινωνία ως το χωριό δεν υπήρχε γιατί είχε γίνει&nbsp;μια μεγάλη κατολίσθηση και η συγκοινωνία διεξάγονταν μέχρι το γεφύρι της Πλάκας. Από εκεί προς το χωριό&nbsp;και από το χωριό «ποδαράτοι»).</strong></p>



<p>Έφτασε η ημέρα.&nbsp;Η γιαγιά έδινε εντολές.</p>



<p>-Ακου&nbsp;να σ’ πω κοπέλα. Θα πάω εγώ το παιδί μέχρι&nbsp;τη γέφυρα. Εκεί που ‘ρχεται το&nbsp;αυτοκίνητο. Θα το χαιρετίσω εγώ. Εσύ να κάτσεις εδώ.&nbsp;Έχ’ς&nbsp;τόσες&nbsp;δ’λειές.</p>



<p>-Κάτσε&nbsp;ορέ&nbsp;μάνα. Θα πάει μαζί με τους άλλους. Τα πράγματα θα τα&nbsp;πάρ’ ο&nbsp;αγωγιάτ’ς.&nbsp;Κανόν’σα, θα&nbsp;περάσ’ σε λίγο.&nbsp;Να ‘χουμε το νου μας.</p>



<p>-Ούχ’&nbsp;καημέν’. Θα περιμένω εγώ τ’&nbsp;άλλ’ς;&nbsp;Ου, φέξε μου και γλίστρησα! Θα πάω με το παιδί, να το ορμηνέψω και&nbsp;τσιότσιο&nbsp;στο δρόμο.</p>



<p>-Τι ορμήνια να τ’ δώσεις.&nbsp;Φτάν’ από ορμήνιες. Να πάει στο καλό τ’ και καλές σπουδές να&nbsp;κάν’.</p>



<p>-Αυτό κοπέλα είναι&nbsp;δ’κή&nbsp;μ’&nbsp;δ’λειά. Άμα άκουγα εσένα θα&nbsp;θαραπαύομαν.&nbsp;Όπως και να ‘ναι στην ξενιτιά&nbsp;πάει.&nbsp;Ξέρετε εσείς να ορμηνέψτε τα παιδιά; Μια&nbsp;αμπωξιά&nbsp;θα&nbsp;τ’ς&nbsp;δίνατε και «άειστε&nbsp;στο καλό σας». Άιντε. Ετοίμασε το παιδί. Μη χασομεράς. Άρχισε και&nbsp;κριτσιανάει&nbsp;ο τόπος.</p>



<p>-Να δώσουμε τα πράγματα στον&nbsp;αγωγιάτ’. Μην τα φορτωθείς ούτε εσύ ούτε και το παιδί.</p>



<p>-Το παιδί δεν&nbsp;έχ’ καμιά&nbsp;δ’λειά&nbsp;να φορτωθεί.&nbsp;Θα τα πάω εγώ.&nbsp;Βάλτου μονάχα&nbsp;κατσιούλα&nbsp;αυτό το&nbsp;σουρντούκ’ μη&nbsp;πιασ’ βροχή και&nbsp;πλευρετώσ’.</p>



<p>-Να&nbsp;έρθ’ και ο παππούλης τ’. Να πάω να τον φωνάξω στο καφενείο.</p>



<p>-Να κάτσεις εκεί που είσαι. Ακούς να τον φωνάξεις. Αυτός&nbsp;ξεπουρδιαλιάστ’κε&nbsp;ντιπ.&nbsp;Άστον&nbsp;εκεί να&nbsp;μπεκροπίν’. Τέτοιος είναι μια ζωή. Τώρα θα&nbsp;βάλ’ μυαλό; Τώρα πάει κατ’&nbsp;ανέμ’.&nbsp;Καφουκούτιασε. Άιντε βόηθα να ζαλικωθώ τα πράγματα τ’ παιδιού. Ας πάμε γρηγορότερα. Ας κάτσουμε και λίγο να τ’&nbsp;πω δυο κουβέντες.&nbsp;Χαμένες&nbsp;δε θα&nbsp;πάν’.</p>



<p>Κι έτσι ξεκινήσαμε με τη γιαγιά για το&nbsp;γεφύρ’. Εκεί θα έρχονταν το λεωφορείο&nbsp;από Άρτα. Στο δρόμο κάναμε δύο&nbsp;στάσεις. Πιστεύω πως η γιαγιά τις είχε προγραμματισμένες.&nbsp;Η πρώτη ήταν έξω από το χωριό, στο νεκροταφείο. «Να χαιρετίσεις τον πατέρα σου, μού είπε. Εγώ κάθομαι&nbsp;εδώια&nbsp;και σε περιμένω. Άιντε να&nbsp;νιωσ’ κι αυτός καλά». Και&nbsp;συνέχισε. «Και&nbsp;πού ‘σαι. Το&nbsp;φιτίλ’ είναι μέσα απ’ το τζάμι.&nbsp;Έχ’ και σπίρτα εκεί».</p>



<p>Η δεύτερη ήταν σ’ έναν όχτο στη δημοσιά. Εκεί «έπεσαν πολλές ορμήνιες». Η γιαγιά ασχολήθηκε με όλα τα θέματα. «Μη σε&nbsp;γελάσ’ καμιά&nbsp;σουλτούκου&nbsp;εκεί&nbsp;στ’ν&nbsp;Αθήνα και σε&nbsp;καπιστρώσ’. Αυτές δεν έχουν σωμό. Πόσα και πόσα παιδάκια&nbsp;μπλέχτ’καν&nbsp;και&nbsp;παράτ’σαν&nbsp;μανάδες και πατεράδες κι ούτε που έρχονται να τους δουν. Να&nbsp;γράφ’ς&nbsp;και κανένα γράμμα στη μάνα σ’.&nbsp;Έχ’ τόσα στο&nbsp;κεφάλ’&nbsp;τ’ς. Εχ’&nbsp;μ’κρό&nbsp;παιδί να&nbsp;μεγαλώσ’.&nbsp;Άφ’σε&nbsp;φαμπλιά&nbsp;μεγάλ’ ο&nbsp;μακαρίτ’ς».</p>



<p>Έλεγε, έλεγε… Ακόμα λέει. Σ’ όλο το δρόμο φιλοσοφούσε. «Αμ, τι γκαβά να μείνουν τα παιδιά; Να παν’ και παραπέρα. Να ανοίξουν για τα καλά τα φωτερά τους. Να σπουδάσουν.&nbsp;Και&nbsp;να γυρίσουν στον τόπο τους λεβέντες και&nbsp;προκομέν’&nbsp;καζαντισμέν’ και στην&nbsp;τσέπ’ αλλά και στην ψυχή τους».</p>



<p>Ούτε που κατάλαβα πως φτάσαμε στη γέφυρα. Είχε έρθει και το Λεωφορείο και άρχισαν να φορτώνουν τα πράγματα. Ξεζαλικώθηκε η γιαγιά κι όταν έβαλε τα πράγματα ο οδηγός στη θέση τους με τράβηξε παράμερα και μού είπε:&nbsp;<em>«</em><em>Όπ</em><em>’ και να πας</em><em>,</em><em>&nbsp;να&nbsp;</em><em>ξέρ’ς</em><em>&nbsp;ότι ο άνθρωπος&nbsp;</em><em>έχ</em><em>’ ρίζες. Από πού ήρθε. Πώς φυτευτός&nbsp;</em><em>ξε</em><em>κ</em><em>άμπ’σε</em><em>&nbsp;εδώ; Να γυρνάει να&nbsp;</em><em>κ’(οι)τάει</em><em>&nbsp;πίσω. Διαφορετικά&nbsp;</em><em>κούτσουρο θα ‘ναι. Να σαν αυτά που&nbsp;</em><em>διαβάζ</em><em>’ στην θάλασσα</em><em>&nbsp;ο Άραχθος κατεβασμένος».&nbsp;</em>Αυτά μού είπε και έβγαλε ένα μαντίλι&nbsp;πάνινο. Έλυσε τουλάχιστον πέντε κόμπους. Μέσα είχε&nbsp;κομπιδιάσ’ ένα εικοσάρικο. Μού το έδωσε. Εγώ στην αρχή νόμισα πως είναι λίρα. Μετά κατάλαβα πως ήταν εικοσάρικο. Τώρα το πιστεύω απόλυτα πως ήταν οι λίρες όλου του κόσμου…</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://agnanta.com.gr/2021/05/19/to-xeprovodisma/">&#8220;Το ξεπροβόδισμα&#8221;</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://agnanta.com.gr">Άγναντα Άρτας</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
		<item>
		<title>200 χρόνια από την Επανάσταση του ’21. Το δίδαγμα</title>
		<link>https://agnanta.com.gr/2021/05/10/200-chronia-apo-tin-epanastasi-toy-21-to-didagma/</link>
		
		<dc:creator><![CDATA[Χρήστος Λεμονιάς]]></dc:creator>
		<pubDate>Mon, 10 May 2021 07:25:00 +0000</pubDate>
				<category><![CDATA[Αρθρογραφία]]></category>
		<category><![CDATA[ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[Χρήστος Τούμπουρος]]></category>
		<category><![CDATA[ΑΓΝΑΝΤΑ]]></category>
		<category><![CDATA[ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΟΥΜΠΟΥΡΟΣ]]></category>
		<guid isPermaLink="false">https://agnanta.com.gr/?p=1523</guid>

					<description><![CDATA[<p>Γράφει ο Χρήστος Τούμπουρος Διακόσια ολόκλη-ρα χρόνια από την Επανάσταση, από τότε που οι Έλλη-νες άδραξαν τα όπλα και κήρυξαν «την Πολιτικήν αυτού (Έθνους) Ύπαρξιν και Ανεξαρτησίαν».(1) Διακόσια χρόνια και η μνήμη, η χαοτική αυτή δύναμη καίει -«άκαυτη βάτος»- και συνδαυλίζεται από την εκπλήρωση του χρέους μας έναντι των προγόνων &#8211; επαναστατών. Γιατί μας ελευθέρωσαν. Το προσάναμμα το κρατούν με την προσφορά τους, διαχρονικά, τόσοι ήρωες και διδάχοι της εθνικής αξιοπρέπειας. Κι όσο κι αν το δίκιο συ-νταυτίζεται με την ανωνυμία, με τον αγώνα δη-λαδή του λαού, είναι και αυτοί που στέκουν ως «ακρογωνιαίοι λίθοι», συντάσσουν και διατηρούν την εθνική διάρκεια και προκοπή του ελληνικού έθνους. Ρήγας Φεραίος &#8211; Βελεστινλής. Ο άνθρωπος που με τις ιδέες και τα οράματά του σκόρ-πισε τη φλόγα της επανάστασης σε όλους τους Βαλκάνιους. Ο ήρωας, ο κοινωνικός επαναστάτης που στάθηκε ο πρώτος μεγαλομάρτυρας του αγώ-να συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό του το μίσος όλης της ευρωπαϊκής αντίδρασης, αλλά και την ευγνωμοσύνη κάθε ελεύθερου Βαλκάνιου.Ο Καραϊσκάκης, «το παιδί της καλογριάς», ο στρατηγός Κολοκοτρώνης, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Μπακόλας και τόσοι άλλοι ήρωες και μάρτυρες του αγώνα. Τόποι εθνικοί ποτισμένοι με το αίμα των αγωνιστών, με το πάθος και τον καημό του επαναστατημένου, για μια πατρίδα ελεύθερη, για μια Ελλάδα ανεξάρτητη. Και πάνω απ’ όλους και απ’ όλα εκείνος ο Βασίλης του δημοτικού τραγου-διού που αψήφισε «νοικοκουροσύνες» και φρο-νιμάδα και έγινε κλέφτης στ’ όνομα μιας λεύτερης και αδούλωτης πατρίδας. «Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γένεις νοικοκύρης,για ν&#8217; αποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι αγελάδες,χωριά κι αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν. (…)- Μάνα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν, και να &#8216;μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι στους γερόντους». Η εθνική και κοινωνική του περηφάνια τον ώθη-σαν να εγκαταλείψει τα υλικά αγαθά μιας υπόδουλης ζωής και να γίνει αντάρτης, ελεύθερος μέσα στη φύση των απόκρημνων βουνών. Η Ήπειρος, τόπος άγριος, γεμάτος βουνά, απρό-σιτος, ανυπόταχτος, «πρωτοστάτης» όμως κι αλη-θινή αιμοδότρα, σ’ όλα τα εθνικά κατορθώματα, σ’ όλο το εθνικό μεγαλείο. Σούλι, Πέτα, Σέλτσο, Σταυ-ρός Τζουμέρκων. Στην Ήπειρο καλλιεργήθηκαν έντονα οι ιδέες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού που ουσιαστικά άναψαν το φιτίλι της Επανάστα-σης. Ασφαλώς και δεν είναι υπερβολική η έκφραση που αναφέρεται στα Γιάννινα εκείνη την εποχή: «Πρώτα στα άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα». Και πάνω απ’ όλα Σκουφάς και Τσακάλωφ.Η Ήπειρος όμως είναι Ελλάδα. «Ο καθείς»-κάθε τόπος- «και τον οβολό του». Αυτό τον οβολό οφεί-λουμε να αξιοποιήσουμε κατάλληλα, γιατί θα γιορ-τάσουμε το 21. Το γιορτάζουμε, αφού καθιερώθηκε ως χρόνος γιορτής, αλλά και μνήμης. Η λήθη δεν χωράει εδώ. Δεν απιθώνονται στη λήθη τα εθνικά μας ιδανικά. Και περισσότερο δεν χωράει η εκμε-τάλλευση. Δεν είναι η εθνική ύπαρξη, η ιστορική και κατά συνέπεια η ελληνική μνήμη είδος προς μεταπώληση, ώστε να λειτουργούν οι μεσάζοντες, οι διαμεσολαβητές και οι μεταπράτες. Δεν αγορά-ζεται και δεν πωλείται. Προσοχή όμως μήπως οι λόγοι και οι παράτες περισσέψουν. Μεγάλα λόγια έξαρσης της «εθνικής» υπερηφάνειας των Ελλή-νων για την επέτειο της «εθνικής παλιγγενεσίας», αλλά ανυπαρξία διδαγμάτων. Γιατί η πατρίδα είναι για όλους. «Τούτην την πα-τρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρω-ποι». (Ι. Μακρυγιάννης) Δεν εξαιρείται κανείς. Ένα πρέπει να είναι το δίδαγμα. Το ανάστημα που όρθωσε ο λαός μας, πριν από 200 χρόνια, ήταν η πιο αποφασιστική στάση και έκφραση του δικαιώματος, που έχει κάθε λαός, να επιλέγει ο ίδιος το δρόμο που θα πορευτεί. Να χαράσσει το δρόμο του και να τον διαβαίνει. Ελεύθερος. (1) Διακήρυξη του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος«Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ ὑπὸ τὴν φρικώδη ὀθω-μανικὴν δυναστείαν, μὴ δυνάμενον νὰ φέρῃ τὸν βαρύτατον καὶ ἀπαραδειγμάτιστον ζυγὸν τῆς τυ-ραννίας, καὶ ἀποσεῖσαν αὐτὸν μὲ μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον διὰ τῶν νομίμων παραστατῶν του, εἰς Ἐθνικὴν συνηγμένων Συνέλευσιν, ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, τὴν Πολιτικὴν αὑτοῦ Ὕπαρ-ξιν καὶ Ἀνεξαρτησίαν.Ἐν Ἐπιδαύρῳ τὴν α ́ Ἰανουαρίου ἔτει ,αωκβ ́ καὶ Α ́ τῆς Ἀνεξαρτησίας».</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://agnanta.com.gr/2021/05/10/200-chronia-apo-tin-epanastasi-toy-21-to-didagma/">200 χρόνια από την Επανάσταση του ’21. Το δίδαγμα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://agnanta.com.gr">Άγναντα Άρτας</a>.</p>
]]></description>
										<content:encoded><![CDATA[
<p><strong>Γράφει ο Χρήστος Τούμπουρος</strong></p>



<p><strong>Διακόσια ολόκλη-ρα χρόνια από την Επανάσταση, από τότε που οι Έλλη-νες άδραξαν τα όπλα και κήρυξαν «την Πολιτικήν αυτού (Έθνους) Ύπαρξιν και Ανεξαρτησίαν».(1) Διακόσια χρόνια και η μνήμη, η χαοτική αυτή δύναμη καίει -«άκαυτη βάτος»- και συνδαυλίζεται από την εκπλήρωση του χρέους μας έναντι των προγόνων &#8211; επαναστατών. Γιατί μας ελευθέρωσαν. </strong></p>



<p>Το προσάναμμα το κρατούν με την προσφορά τους, διαχρονικά, τόσοι ήρωες και διδάχοι της εθνικής αξιοπρέπειας. Κι όσο κι αν το δίκιο συ-νταυτίζεται με την ανωνυμία, με τον αγώνα δη-λαδή του λαού, είναι και αυτοί που στέκουν ως «ακρογωνιαίοι λίθοι», συντάσσουν και διατηρούν την εθνική διάρκεια και προκοπή του ελληνικού έθνους. Ρήγας Φεραίος &#8211; Βελεστινλής. </p>



<p>Ο άνθρωπος που με τις ιδέες και τα οράματά του σκόρ-πισε τη φλόγα της επανάστασης σε όλους τους Βαλκάνιους. Ο ήρωας, ο κοινωνικός επαναστάτης που στάθηκε ο πρώτος μεγαλομάρτυρας του αγώ-να συγκεντρώνοντας στο πρόσωπό του το μίσος όλης της ευρωπαϊκής αντίδρασης, αλλά και την ευγνωμοσύνη κάθε ελεύθερου Βαλκάνιου.Ο Καραϊσκάκης, «το παιδί της καλογριάς», ο στρατηγός Κολοκοτρώνης, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Μπακόλας και τόσοι άλλοι ήρωες και μάρτυρες του αγώνα. </p>



<p>Τόποι εθνικοί ποτισμένοι με το αίμα των αγωνιστών, με το πάθος και τον καημό του επαναστατημένου, για μια πατρίδα ελεύθερη, για μια Ελλάδα ανεξάρτητη. Και πάνω απ’ όλους και απ’ όλα εκείνος ο Βασίλης του δημοτικού τραγου-διού που αψήφισε «νοικοκουροσύνες» και φρο-νιμάδα και έγινε κλέφτης στ’ όνομα μιας λεύτερης και αδούλωτης πατρίδας. «Βασίλη, κάτσε φρόνιμα, να γένεις νοικοκύρης,για ν&#8217; αποχτήσεις πρόβατα, ζευγάρια κι αγελάδες,χωριά κι αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν. (…)- Μάνα μου εγώ δεν κάθομαι να γίνω νοικοκύρης,να κάμω αμπελοχώραφα, κοπέλια να δουλεύουν, και να &#8216;μαι σκλάβος των Τουρκών, κοπέλι στους γερόντους».</p>



<p> Η εθνική και κοινωνική του περηφάνια τον ώθη-σαν να εγκαταλείψει τα υλικά αγαθά μιας υπόδουλης ζωής και να γίνει αντάρτης, ελεύθερος μέσα στη φύση των απόκρημνων βουνών. Η Ήπειρος, τόπος άγριος, γεμάτος βουνά, απρό-σιτος, ανυπόταχτος, «πρωτοστάτης» όμως κι αλη-θινή αιμοδότρα, σ’ όλα τα εθνικά κατορθώματα, σ’ όλο το εθνικό μεγαλείο. Σούλι, Πέτα, Σέλτσο, Σταυ-ρός Τζουμέρκων.</p>



<p> Στην Ήπειρο καλλιεργήθηκαν έντονα οι ιδέες του Νεοελληνικού Διαφωτισμού που ουσιαστικά άναψαν το φιτίλι της Επανάστα-σης. Ασφαλώς και δεν είναι υπερβολική η έκφραση που αναφέρεται στα Γιάννινα εκείνη την εποχή: «Πρώτα στα άρματα, στα γρόσια και στα γράμματα». Και πάνω απ’ όλα Σκουφάς και Τσακάλωφ.Η Ήπειρος όμως είναι Ελλάδα. «Ο καθείς»-κάθε τόπος- «και τον οβολό του». Αυτό τον οβολό οφεί-λουμε να αξιοποιήσουμε κατάλληλα, γιατί θα γιορ-τάσουμε το 21. Το γιορτάζουμε, αφού καθιερώθηκε ως χρόνος γιορτής, αλλά και μνήμης. Η λήθη δεν χωράει εδώ. Δεν απιθώνονται στη λήθη τα εθνικά μας ιδανικά. Και περισσότερο δεν χωράει η εκμε-τάλλευση. Δεν είναι η εθνική ύπαρξη, η ιστορική και κατά συνέπεια η ελληνική μνήμη είδος προς μεταπώληση, ώστε να λειτουργούν οι μεσάζοντες, οι διαμεσολαβητές και οι μεταπράτες. Δεν αγορά-ζεται και δεν πωλείται. </p>



<p>Προσοχή όμως μήπως οι λόγοι και οι παράτες περισσέψουν. Μεγάλα λόγια έξαρσης της «εθνικής» υπερηφάνειας των Ελλή-νων για την επέτειο της «εθνικής παλιγγενεσίας», αλλά ανυπαρξία διδαγμάτων. Γιατί η πατρίδα είναι για όλους. «Τούτην την πα-τρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και στρατιωτικοί και οι πλέον μικρότεροι άνθρω-ποι». (Ι. Μακρυγιάννης) Δεν εξαιρείται κανείς. Ένα πρέπει να είναι το δίδαγμα. Το ανάστημα που όρθωσε ο λαός μας, πριν από 200 χρόνια, ήταν η πιο αποφασιστική στάση και έκφραση του δικαιώματος, που έχει κάθε λαός, να επιλέγει ο ίδιος το δρόμο που θα πορευτεί. Να χαράσσει το δρόμο του και να τον διαβαίνει. Ελεύθερος. (1) Διακήρυξη του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος«Τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ ὑπὸ τὴν φρικώδη ὀθω-μανικὴν δυναστείαν, μὴ δυνάμενον νὰ φέρῃ τὸν βαρύτατον καὶ ἀπαραδειγμάτιστον ζυγὸν τῆς τυ-ραννίας, καὶ ἀποσεῖσαν αὐτὸν μὲ μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον διὰ τῶν νομίμων παραστατῶν του, εἰς Ἐθνικὴν συνηγμένων Συνέλευσιν, ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων, τὴν Πολιτικὴν αὑτοῦ Ὕπαρ-ξιν καὶ Ἀνεξαρτησίαν.Ἐν Ἐπιδαύρῳ τὴν α ́ Ἰανουαρίου ἔτει ,αωκβ ́ καὶ Α ́ τῆς Ἀνεξαρτησίας».</p>
<p>Το άρθρο <a href="https://agnanta.com.gr/2021/05/10/200-chronia-apo-tin-epanastasi-toy-21-to-didagma/">200 χρόνια από την Επανάσταση του ’21. Το δίδαγμα</a> εμφανίστηκε πρώτα στο <a href="https://agnanta.com.gr">Άγναντα Άρτας</a>.</p>
]]></content:encoded>
					
		
		
			</item>
	</channel>
</rss>
